Γράφημα 1

 

Το σκάνδαλο που ξέσπασε πριν από λίγο καιρό, όταν σε κατεψυγμένα προμαγειρευμένα γεύματα γνωστών εταιρειών ντοπίστηκε κρέας αλόγου αντί για βοδινό, αποκάλυψε τα κενά στο διεθνές σύστημα παραγωγής αγροτικών προϊόντων και τροφίμων. Καθώς δε η ζήτηση αυξάνεται σημαντικά με την άνοδο της κατανάλωσης στις αναπτυσσόμενες χώρες, το σύστημα παραγωγής μιμείται ολοένα και περισσότερο τις μεθόδους λειτουργίας των παγκόσμιων αλυσίδων προμηθειών της βαριάς βιομηχανίας.

 

 

Πόσο κοστίζει το φθηνό κρέας


 Της Agnes Stienne*

Agnes Stienne

 

Κάθε φορά που ξεσπάει ένα διατροφικό σκάνδαλο, επαναλαμβάνεται το ίδιο σενάριο. Οι πολιτικοί γκρινιάζουν, οι βιομήχανοι μουκανίζουν, οι μεγάλες αλυσίδες του λιανικού εμπορίου βελάζουν και όλοι μαζί κραυγάζουν εν χορώ: «Διαφάνεια!» «Ανιχνευσιμότητα!» «Απαιτούνται ετικέτες προϊόντων οι οποίες να παρέχουν καλύτερη πληροφόρηση στον καταναλωτή!». Στη συνέχεια, εξαγγέλλονται με πανηγυρικό τρόπο μέτρα και επαναλαμβάνεται μεγαλόφωνα ότι αυτά θα εφαρμοστούν, για να... εξακολουθήσει το σύστημα να λειτουργεί ως έχει. Εάν επιθυμούμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει, θα πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας σε διαφορετική κλίμακα και να αφήσουμε την ετικέτα των γεμιστών με «βοδινό» κιμά λαζανιών, για να εξετάσουμε τον άτλαντα στον οποίο διασταυρώνονται τα νήματα ενός παγκόσμιου αγροτικού συστήματος που βρίσκεται πλέον σε πλήρη ανασύνθεση.

 

Πρόκειται για σύστημα που επιδιώκει έναν και μόνον στόχο: παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα, προσανατολισμένη στις εξαγωγές, μέσα από τη δημιουργία πόλων εξειδίκευσης, έτσι ώστε να μεγιστοποιείται το κέρδος. Οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης εισάγουν το χοιρινό ή το βόειο κρέας που καταναλώνουν ή εξάγουν στις υπόλοιπες χώρες της ηπείρου. Λόγω της οικονομικής ανάπτυξης των αναδυόμενων χωρών, η ζήτηση κρέατος αυξήθηκε και, μαζί της, η ζήτηση για καλλιεργήσιμη γη για παραγωγή ζωοτροφών.

 

Στην Κίνα, για παράδειγμα, η ετήσια κατανάλωση κρέατος αυξήθηκε κατά 55% μέσα σε δέκα χρόνια. [1Για τη διατροφή των κοτόπουλων στα βιομηχανικά πτηνοτροφεία της χώρας, η Κίνα αφενός εισάγει τόνους σόγιας που καλλιεργούνται στη Λατινική Αμερική, η οποία κατέχει κυρίαρχη θέση σε αυτόν τον τομέα, αφετέρου επιδιώκει τα τελευταία χρόνια να αγοράσει γη στην Αφρική (land grabbing) για να παράγει εκεί τρόφιμα και ζωοτροφές. Ορισμένες πρώτες ύλες που αγοράζονται σε μια ήπειρο μεταπωλούνται σε άλλη, για να επανεξαχθούν στη συνέχεια σε μια τρίτη: απ’ ό,τι φαίνεται, η βιομηχανία αγροτικών προϊόντων και τροφίμων πιστεύει ότι ο κλάδος της δεν έχει καμία διαφορά από τις μεθόδους λειτουργίας των παγκόσμιων αλυσίδων προμηθειών της βαριάς βιομηχανίας...

 

Εδώ και αρκετές δεκαετίες, η βιομηχανία των αγροτικών προϊόντων και των τροφίμων επιμένει πεισματικά να ακολουθεί έναν δρόμο ο οποίος έχει οδηγήσει στην καταστροφή τους μικρούς αγρότες και έχει ολέθριες επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, στα εδάφη, στο νερό, στην υγεία των αγροτών (και μερικές φορές και των καταναλωτών), χωρίς ωστόσο να κατορθώνει να εξασφαλίσει τη διατροφή ολόκληρου του πληθυσμού του πλανήτη. Το 2011, ένα δισεκατομμύριο άτομα διέθεταν λιγότερη τροφή από όση χρειάζονταν. Στη βιομηχανία κρέατος -η οποία κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών αποτέλεσε αντικείμενο έντονων κριτικών- αποκρυσταλλώνεται το σύνολο των προβλημάτων. Ευθύνεται για το 18% των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, τη στιγμή που αντιπροσωπεύει μονάχα το 2% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ παράλληλα καταναλώνει τεράστιες ποσότητες φυσικών πόρων και αγροτικών προϊόντων. Άραγε τα δημητριακά που παράγονται θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη διατροφή των ανθρώπων ή για την πάχυνση των βοοειδών; Το ερώτημα τίθεται με ακόμα εντονότερο τρόπο από το γεγονός ότι η παραγωγή κρέατος απαιτεί δυσανάλογα μεγάλες ποσότητες φυσικών πόρων: πράγματι, χρειάζονται επτά κιλά δημητριακών για την παραγωγή ενός μονάχα κιλού βόειου κρέατος,[2] τέσσερα για ένα κιλό χοιρινού και δύο για ένα κιλό κοτόπουλου.

 

Οι βοσκότοποι αποτελούν το 68% της συνολικής γεωργικής γης (και μάλιστα το 25% από αυτούς έχει υποστεί υποβάθμιση), ενώ για την παραγωγή ζωοτροφών διατίθεται το 35% της καλλιεργήσιμης γεωργικής γης. Συνολικά, το 78% ολόκληρης της γεωργικής γης διατίθεται για την κτηνοτροφία. Αυτό το συνεχές ροκάνισμα της γεωργικής γης προς όφελος της παραγωγής κρέατος ολοένα και χειρότερης ποιότητας -αλλά και καυσίμων φυτικής προέλευσης- έχει άμεση αντανάκλαση στην ποιότητα ζωής των φτωχότερων πληθυσμών. Το 2006, στην ετήσια έκθεσή του, ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για τα Τρόφιμα και την Γεωργία (FAO) προειδοποιούσε: «Η παραγωγή και οι εισαγωγές ζωοτροφών αυξάνονται. Οι συνολικές εισαγωγές ζωοτροφών αυξήθηκαν με ταχύτατο ρυθμό και δημιουργούνται φόβοι ότι η ανάπτυξη του τομέα στην Κίνα θα πυροδοτήσει έκρηξη των τιμών και παγκόσμια έλλειψη δημητριακών». Γνωρίζουμε τη συνέχεια: το 2008 σημαδεύτηκε από τις εξεγέρσεις της πείνας στην Ακτή Ελεφαντοστού, στο Καμερούν, στην Ινδονησία, στις Φιλιππίνες και αλλού, οι οποίες προκλήθηκαν από την άνευ προηγουμένου αύξηση της τιμής των αγροτικών πρώτων υλών στην παγκόσμια αγορά.

 

Τη στιγμή που ο πλανήτης γνώριζε τις πρώτες αναταράξεις της χρηματοοικονομικής κρίσης, οι τραγωδίες αυτές θα έπρεπε να είχαν παρακινήσει τους πολιτικούς ηγέτες να απαγορεύσουν την κερδοσκοπία πάνω στα προϊόντα πρώτης ανάγκης.[3] Παρά τη μείωση του πραγματικού κόστους της παραγωγής των δημητριακών, η τιμή πώλησής τους αυξάνεται συνεχώς.[4] Εξάλλου, η αγκόσμια Τράπεζα επισήμανε τον Φεβρουάριο του 2011 ότι «οι παγκόσμιες τιμές των τροφίμων έχουν φθάσει σε επικίνδυνα υψηλά επίπεδα και αποτελούν απειλή για δεκάδες εκατομμύρια φτωχών σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η αύξηση έχει αρχίσει να βυθίζει στη φτώχεια χιλιάδες άτομα και ασκεί πιέσεις στα πιο ευάλωτα άτομα, τα οποία διαθέτουν περισσότερο από το μισό εισόδημά τους για τη διατροφή τους».[5]

 

Αλογίσιο κρέαςΟι βοσκότοποι αποτελούν τον πλέον διαδεδομένο τρόπο εκτροφής βοοειδών. Κι αν τα κοπάδια των ασπρόμαυρων αγελάδων που βλέπουμε στην ύπαιθρο της Νορμανδίας να μηρυκάζουν κάτω από τις μηλιές δεν δημιουργούν κανένα οικολογικό πρόβλημα, οι περιβαλλοντικές βλάβες εντείνονται στον βαθμό που αυξάνεται η πυκνότητα των κοπαδιών που εκτρέφονται σε έναν βοσκότοπο. Από αυτήν την άποψη, οι πλέον βίαιες ανατροπές σημειώθηκαν στη Νότια Αμερική. Εκεί κυριαρχεί η υπερβόσκηση, που αφήνει πίσω της εδάφη που έχουν κορεστεί από τα περιττώματα και τα ούρα των ζώων, με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε άγονη γη.

 

Για να αποκτήσουν νέα γη, οι κτηνοτρόφοι δεν διστάζουν να καταφύγουν στην παράνομη εκχέρσωση των δασών. Κάτι τέτοιο συμβαίνει κυρίως στη Βραζιλία, η οποία έχει μετατραπεί στον μεγαλύτερο παγκόσμιο παραγωγό και εξαγωγέα βόειου κρέατος και δέρματος: στη Βραζιλία αντιστοιχεί το 30% της παγκόσμιας παραγωγής. Οι εξαγωγές απευθύνονται κατά κύριο λόγο στη Ρωσία και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έρευνα που πραγματοποίησε η Greenpeace και δόθηκε στη δημοσιότητα το 2009 αποδεικνύει ότι το ζωικό κεφάλαιο της Βραζιλίας -το οποίο ξεπερνάει τα 200 εκατομμύρια βοοειδή- ευθύνεται για το 80% της καταστροφής των δασών του Αμαζονίου.[6] Για να μιλήσουμε με αριθμούς, κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας αποψιλώθηκαν 100 εκατομμύρια στρέμματα δάσους. Όλα αυτά ζημιώνουν τα μέγιστα τους μικρούς κτηνοτρόφους και τους αυτόχθονες λαούς, οι οποίοι υφίστανται τις συνέπειες τής διαρκώς μεγαλύτερης ανάπτυξης των γιγάντιων αυτών παραγωγικών μηχανισμών. Εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, η Μη Κυβερνητική Οργάνωση Survival δεν παύει να καταγγέλλει τις σφαγές των Ινδιάνων που ζουν στα δάση της Βραζιλίας, στις οποίες επιδίδονται οι κτηνοτρόφοι.[7]

 

Ο αφανισμός των δασών του Αμαζονίου εξυπηρετεί δύο κύριους στόχους: την παραγωγή βιοκαυσίμων και την παραγωγή ζωοτροφών. Σύμφωνα με το κίνημα των αγροτών Via Campesina, «στην Παραγουάη, η μονοκαλλιέργεια της σόγιας καταλαμβάνει πλέον το ένα τέταρτο του συνόλου της γης που διατίθεται σε γεωργικές χρήσεις. Στη δε Βραζιλία, οι εκτάσεις που διατίθενται γι’ αυτόν τον σκοπό αυξάνονται από το 1995 κατά 3.200.000 στρέμματα κάθε χρόνο. Στην Αργεντινή, χώρα όπου στην καλλιέργεια σόγιας ήταν ήδη αφιερωμένο το ήμισυ της γεωργικής γης, την περίοδο 1996-2006 μετατράπηκαν σε καλλιέργειες σόγιας άλλα 56 εκατομμύρια στρέμματα, τα οποία προηγουμένως δεν αποτελούσαν καλλιεργήσιμη γη. Οι καταστροφικές συνέπειες αυτών των μεγάλης κλίμακας γεωργικών εκμεταλλεύσεων πάνω στο περιβάλλον και τους πληθυσμούς της Λατινικής Αμερικής έχουν τεκμηριωθεί και αναγνωριστεί από πολλούς φορείς».[8]

 

Τα δημητριακά και οι ελαιούχοι καρποί -οι οποίοι έχουν καλλιεργηθεί με μεθόδους στις οποίες χρησιμοποιείται πλήθος χημικών στοιχείων- διασχίζουν τον Ατλαντικό και αποθηκεύονται σε σιλό που ανήκουν σε μεγάλες επιχειρήσεις, για να μεταποιηθούν στη συνέχεια σε συμπυκνωμένες ζωοτροφές. Το 2005, τα εκατομμύρια γουρούνια και κοτόπουλα που στοιβάζονταν κάτω από άθλιες συνθήκες στα σκοτεινά και βρομερά τσιμεντένια υπόστεγα των κτηνοτροφικών μονάδων καταβρόχθισαν 1,25 δισεκατομμύρια τόνους ζωοτροφών αυτού του τύπου. Αυτά τα πραγματικά εργοστάσια παραγωγής κρέατος τροφοδοτούν σε ολόκληρο τον κόσμο τα σουπερμάρκετ και τις βιομηχανίες μεταποίησης του κρέατος. Επιδιώκουν την ελαχιστοποίηση του κόστους μέσα από τον «εξορθολογισμό» ολόκληρης της αλυσίδας παραγωγής, των σφαγείων, της μεταποίησης και της διανομής: μείωση του εργατικού δυναμικού, αυτοματοποίηση και προγραμματισμός των εργασιών, ομοιομορφία των προϊόντων, ανακύκλωση των χαμηλής ποιότητας κομματιών κρέατος σε «μετάλλευμα» (αυτός είναι ο απαξιωτικός όρος που χρησιμοποιείται στη γλώσσα των επαγγελματιών του χώρου για να υποδηλωθεί η άμορφη μάζα που προκύπτει από την πολτοποίηση κρέατος χαμηλής διατροφικής αξίας, τενόντων, λίπους, μικρών κομματιών κρέατος που αποσπώνται με μηχανική απόξεση από τα κόκαλα κ.λπ.) το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή φθηνών κατεψυγμένων προμαγειρευμένων φαγητών. Όλο αυτό το σύστημα δημιουργήθηκε για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της βιομηχανίας γεωργικών προϊόντων και τροφίμων και των μεγάλων αλυσίδων του λιανικού εμπορίου. Στο εξής, δεν υφίσταται ούτε καν η έννοια του ζώου: τα σαλάμια κατασκευάζονται με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο συναρμολογούνται και τα αυτοκίνητα. Γίνεται μονάχα λόγος για «πρώτες ύλες». Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η «πρώτη ύλη» είναι ζωντανή και συχνά υποφέρει. Ουσιαστικά, αυτά τα ζώα, τα οποία είναι απόλυτα κατασκευάσματα της ζωοτεχνικής έρευνας, δεν έχουν καμία σχέση με τα συνηθισμένα. Μέσα από συνεχείς διασταυρώσεις, «κατασκευάζονται» «ντοπαρισμένες» ράτσες ζώων, των οποίων το κυρίαρχο χαρακτηριστικό είναι η ταχύτατη αύξηση της μυϊκής μάζας ή οι ολοένα μεγαλύτερες αναπαραγωγικές δυνατότητες. Αντίθετα, τα ζωτικά τους όργανα περιορίζονται στο αυστηρά ελάχιστο δυνατόν και δεν είναι πλέον σε θέση να εκπληρώσουν κανονικά τις λειτουργίες τους. Τα ζώα είναι πλέον τόσο ευάλωτα ώστε έχουν γίνει υπερευαίσθητα σε ασθένειες. Έτσι, επιλέγεται η θέρμανση των μονάδων πάχυνσης, χωρίς ωστόσο και να αποφεύγονται με αυτόν τον τρόπο οι λοιμώξεις: τότε, καθίσταται αναγκαία η προσφυγή στα αντιβιοτικά. Ο συγκεκριμένος τρόπος εκμετάλλευσης των κτηνοτροφικών μονάδων δημιουργεί επίσης περιβαλλοντικά προβλήματα λόγω της συγκέντρωσης τεράστιων ποσοτήτων ενός μείγματος από περιττώματα και ούρα, το οποίο δεν γνωρίζουμε πλέον πώς να αντιμετωπίσουμε. Αυτό το επικίνδυνο κοκτέιλ αζωτούχων και φωσφορικών ουσιών διασκορπιζόταν ώς τώρα στα χωράφια ως λίπασμα. Όμως, η γη έχει πλέον κορεστεί και δεν μπορεί πλέον να το απορροφήσει. Έτσι, στη Γαλλία, στην περιοχή της Βρετάνης όπου είναι εγκατεστημένες πολλές μονάδες υπερεντατικής χοιροτροφίας, η ρύπανση των επιφανειακών υδάτων από κυανοβακτήρια και των παραλιακών περιοχών από τα «πράσινα φύκια»[9] αποτελούν  ενδημικό φαινόμενο.

 

Παραδοσιακά, η κτηνοτροφία αναπτυσσόταν στον βαθμό που στην περιοχή υπήρχαν διαθέσιμες ζωοτροφές. Οι βοσκότοποι αποτελούσαν αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η αναγέννηση του χορταριού, να αποφεύγεται η καταστροφή του από το ποδοπάτημά του από τα μηρυκαστικά και να μην παρατηρείται υπερσυγκέντρωση περιττωμάτων, η οποία έχει ολέθριες συνέπειες στην ποιότητα των εδαφών και των υδάτων. Η κτηνοτροφία διεξαγόταν μέσα στα αγροκτήματα και βρισκόταν σε αρμονία με την καλλιέργεια δημητριακών και οπωροκηπευτικών: τα υπολείμματα των καλλιεργειών του αγροκτήματος εμπλουτίζονταν με μπιζέλια, λούπινα και φούλια. Με αυτόν τον τρόπο προέκυπτε μια υγιεινή και ισορροπημένη ζωοτροφή. Με το άχυρο στρώνονταν οι στάβλοι για να κοιμούνται τα ζώα, ενώ η κοπριά χρησίμευε για λίπασμα. Έτσι έκλεινε ο κύκλος της επαναχρησιμοποίησης στη γεωργία.

 

Οι νέες γενιές αγροτών, που επιθυμούν να παράγουν σε τοπικό επίπεδο υγιεινά τρόφιμα χωρίς να επιβαρύνουν τον πλανήτη, εμπνέονται από αυτές τις πατρογονικές τεχνικές. Τις έχουν μελετήσει, βελτιώσει, εκσυγχρονίσει. Μάλιστα, ορισμένοι έχουν στραφεί στην «αγροτική δενδροκομία»: τα δέντρα που καλλιεργούνται μέσα στα χωράφια προστατεύουν τις καλλιέργειες από τον άνεμο και τον έντονο ήλιο, αυξάνουν τη γονιμότητα του εδάφους και οι ρίζες τους συγκρατούν το νερό κοντά στα φυτά.[10] Αυτήν ακριβώς τη μέθοδο συνιστά στο εξής ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για τα Τρόφιμα και τη Γεωργία (FAO)...

 Γράφημα 2


Notes

* Η Agnès Stienne είναι δημοσιογράφος και γραφίστρια [Πίσω στο άρθρο]

[1] «La situation mondiale de l’alimentation et de l’agriculture», Οργανισμός για τα Τρόφιμα και τη Γεωργία (FAO), Ρώμη, 2009. [Πίσω στο άρθρο]

[2] (ΣτΜ) Για την παραγωγή του μοσχαρίσιου κρέατος που προτιμούν οι Έλληνες καταναλωτές, απαιτείται ακόμα μεγαλύτερη ποσότητα. [Πίσω στο άρθρο]

[3] (ΣτΜ) Βλ. Marc Guéniat, «Το πετρέλαιο και τα δημητριακά διαπραγματεύονται στη Γενεύη. Οι γίγαντες των πρώτων υλών ευημερούν στις όχθες της λίμνης Λεμάν»http://www.mondediplomatique.gr/spip.php?article368. [Πίσω στο άρθρο]

[4] Βλ. Jean Ziegler, «Quand le riz devient un produit financier», «Le Monde diplomatique», Φεβρουάριος 2012, http://www.mondediplomatique.fr/2012/02/ZIEGLER/47426. [Πίσω στο άρθρο]

[5] «La hausse des prix alimentaires a fait sombrer 44 millions de personnes de plus dans la pauvreté», Δελτίο Τύπου της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ουάσιγκτον, 15 Φεβρουαρίου 2011. [Πίσω στο άρθρο]

[6] «Le massacre de l’Amazonie: l’élevage bovin, premier criminel en grande expansion», Greenpeace, Ιούλιος 2009, http://www.greenpeace.org/luxembourg/fr/press/releases/le-massacre-de-l-amazonie-l-e. [Πίσω στο άρθρο]

[7] «Du hamburger aux Indiens du Brésil», Survival France, Ιανουάριος 2010. http://danslapeaudunpapou.survivalfrance.org/content/journal-du-hamburger-aux-indiens-du-bresil. [Πίσω στο άρθρο]

[8] «La Banque Mondiale finance l’accaparement des terres en Amérique du Sud», Via Campesina, 7 Ιουλίου 2011, http://www.viacampesina.org/fr/index.php/nosconfnces-mainmenu-28/4-sao-paolo-2004-mainmenu-43/48-uncategorized/articles/585-lettreouverte-au-ifc-approbation-en-cours-du-projetcalyxagro-proj-ref-29137. [Πίσω στο άρθρο]

[9] (ΣτΜ) Πρόκειται για μεγάλα ανοιχτοπράσινα πλατύφυλλα -σαν μαρουλόφυλλα- φύκια, τα οποία αυξάνονται με ανεξέλεγκτο ρυθμό λόγω του ευτροφισμού ο οποίος προκαλείται από τα αζωτούχα λιπάσματα που ξεπλένονται από το νερό της βροχής: κατά τη διάρκεια των θερμότερων εποχών, ξεβράζονται σε τεράστιες ποσότητες στις ακτές, όπου σαπίζουν λόγω της μεγάλης περιεκτικότητάς τους σε υγρασία, εκλύοντας δύσοσμο και δηλητηριώδες υδρόθειο. Εκτός του ότι το φαινόμενο αυτό έχει καταστρέψει κάθε δραστηριότητα αναψυχής ή τουρισμού στις παραλίες της «Σμαραγδένιας Ακτής», υπήρξε και ένας νεκρός, δημοτικός υπάλληλος που δηλητηριάστηκε από τις αναθυμιάσεις των τόνων φυκιών που μετέφερε με το φορτηγό του στη χωματερή. [Πίσω στο άρθρο]

[10] Βλ. Mark Hertsgaard, «Δέντρα που σώζουν τη δυτική Αφρική»http://www.mondediplomatique.gr/spip.php?article426. [Πίσω στο άρθρο]

 

Πηγή: Εφημερίδα "Η ΑΥΓΗ", Ένθετο "Le Monde Diplomatique" [Πέμπτη 13.06.2013]